Πολλοί, γράφουν και μιλούν με τα πιο ωραία λόγια για την αγάπη, ελάχιστοι όμως είναι αυτοί που την εφαρμόζουν. Στη θεωρία της ψυχοδυναμικής αναφέρεται ότι όσοι με υπερβολικό τρόπο γράφουν ή κηρύσσουν την αγάπη είναι αυτοί που στην πραγματικότητα ποτέ δεν την εφαρμόζουν. Αυτό επιστημονικά αναφέρεται ως αντιδραστικός σχηματισμός (reaction formation)και χρησιμοποιείται για κάλυψη ενοχών.
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010
Κυριακή 22 Αυγούστου 2010
Όταν πέθανε η γυναίκα μου…
Γιώργος 22-23
Με αυτή μου την επιστολή, απευθύνομαι προς όλους τους άντρες που νομίζουμε ότι επειδή είμαστε γένους αρσενικού, δικαιούμαστε να ξεχνάμε και να πληγώνουμε τις γυναίκες μας, να απαιτούμε να είναι πάντα ανεκτικές και γλυκές μαζί μας. Παντρεύτηκα με τη γυναίκα μου από έρωτα! Κάναμε τρία παιδιά, δύο κορίτσια και ένα αγόρι. Η ζωή μας κυλούσε –κατά τη δική μου πάντα άποψη– πολύ καλά. Δούλευα, τους πρόσφερα ότι μπορούσα, έβρισκα χρόνο για να παίζω και να αστειεύω τα παιδιά μου και τη γυναίκα μου και υπήρχε στο σπίτι μια ευχάριστη ατμόσφαιρα. Μέχρι τη στιγμή που αποφάσισα να τα χαλάσω όλα με τα ξεσπάσματα και το θυμό μου. Δε με ένοιαζε αν ήταν τα παιδιά μου μπροστά ή αν άκουγαν οι γείτονες. Οι λόγοι τότε μου φαίνονταν δικαιολογημένοι και με το παραπάνω, για να αρχίσω να νευριάζω, να φωνάζω και να ξεσπώ πάνω στη γυναίκα μου. Η γυναίκα μου, αυτό το ευαίσθητο πλάσμα που το τσάκιζα κάθε φορά με τα σκληρά μου λόγια. Έβριζα, ότι μου ερχόταν στο μυαλό ακόμα και τον ίδιο το Θεό! Η Άννα μου, η γλυκιά μου Άννα, προσπαθούσε στην αρχή με ήρεμο τρόπο να με καθησυχάσει, αλλά αφού εγώ συνέχιζα να της επιτίθεμαι και να την κατηγορώ για τα πάντα, κάποιες φορές σιωπούσε αλλά εγώ συνέχισα να της επιτίθεμαι και να την κατηγορώ για τα πάντα, κάποιες φορές σιωπούσε αλλά κάποιες άλλες δεν άντεχε την αδικία και την πίεση και άρχιζε και αυτή να ξεσπά και έτσι μαλώναμε και ψυχραινόμασταν. Δεν ξέρω τι πάθαινα. Όταν είχα προβλήματα είτε στη δουλειά, είτε οτιδήποτε αφορούσε τα παιδιά ή το οικονομικό, μου έβγαινε σε θυμό, δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου και έβρισκα την εύκολη λεία, τη γυναίκα μου, για να ξεσπάσω πάνω της. Μου έλεγε ότι τα λόγια μου την πλήγωναν τόσο πολύ, γιατί με αγαπούσε και ήθελε να περνάμε καλά και να μη μαλώνουμε. Πάνω στην απελπισία της μου έλεγε: «Θα αρρωστήσω από το πολύ άγχος»… Και μαντέψτε ποιο ήταν το παράπονό μου μετά από όσα της έκανα: Ότι μου κρατούσε μούτρα! Ναι, τόσο μικρόψυχος ήμουν! Είχα την απαίτηση μετά που την πλήγωνα τόσο, να μου μιλά σα να μη συνέβαινε τίποτα! Μου περνούσε εμένα ο θυμός και ήθελα να είναι όλα όπως πριν. Δηλαδή, όταν ήθελα εγώ καυγά θα τον είχα και όταν ήμουν καλά και ήθελα να περνάμε ωραία, το απαιτούσα! Χωρίς να σκεφτώ ότι σαν οδοστρωτήρας περνούσα πάνω από την ευαίσθητη ψυχή της και τη διέλυα. Ο γιος μου άρχισε να μιμείται τα λόγια μου, και έδειχνε σημάδια μη σεβασμού προς τη μάνα του. Τα κορίτσια μου έδειχναν να θέλουν να την υποστηρίξουν, αλλά ποιος τολμούσε να μιλήσει όταν εγώ φώναζα και έβριζα! Ήμουν βίαιος αλλά ποτέ δεν το παραδεχόμουν πάνω στους καυγάδες μας, κάποιες φορές έσφιγγα το μπράτσο της γυναίκας μου ή την έσπρωχνα και ενώ έβλεπα το φόβο στα μάτια της δεν σταματούσα. Μάλιστα όταν ήμαστε στα «καλά μας» τη ρωτούσα ο ηλίθιος: «Άπλωσα εγώ ποτέ χέρι πάνω σου;» Μέχρι και κάποια μαθήματα-σεμινάρια πήγε και παρακολούθησε για να νιώθει πιο δυνατή και να μην την πονούν τα λόγια μου. Τόσο ευαίσθητη ήταν. Εγώ στον κόσμο μου. Να νιώθω ότι έκανα το καθήκον μου σαν σύζυγος, αφού έβρισκα τρόπο να περνάμε χρόνο μαζί, χωρίς τα παιδιά, να κάνουμε έρωτα, να είμαι τρυφερός μαζί της, να της κάνω μασάζ και να νιώθω ο βλάκας ότι ήμουν σχεδόν ο τέλειος άντρας… Μέχρι τη μέρα που απότομα ξύπνησα! Μέχρι τη μέρα που διαγνώστηκε από τους γιατρούς ότι η γυναίκα μου, η γλυκιά μου Άννα, έπασχε από μια σπάνια αρρώστια… Ένας μήνας στα νοσοκομεία μέσα στο φόβο και στην αγωνία μήπως και δεν προλάβω να διορθώσω τα λάθη μου και να της δώσω όλη την αγάπη που είχα μέσα μου, αλλά που ο αντρικός μου εγωισμός δεν με άφησε να της δώσω απλόχερα όπως μου την έδινε αυτή. Βλέπετε, άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο σκάρτα φερόμουν στη γυναίκα μου και πόσο την αγαπούσα όταν ένιωσα ότι θα την έχανα. Οι λιγοστές προσευχές που πρόλαβα να κάνω στο Θεό, μάλιστα σε Αυτόν τον Θεό που έβριζα, δεν εισακούστηκαν. Ίσως την πήρε κοντά του ο Θεός που τόσο πίστευε και αγαπούσε για να την γλιτώσει από μένα. Έχασα την Άννα μου, τη γλυκιά μου γυναίκα. Τα παιδιά μου έχασαν τη μάνα τους. Η ψυχή μου σκοτείνιασε και από τότε δεν είδε ακόμα ούτε μια αχτίδα φως. Άδειασε η αγκαλιά μου, άδειασα ολόκληρος. Βλέπω το κρεβάτι μου άδειο και πονά κάθε κύτταρο του κορμιού μου. Της ζητώ συγγνώμη στον ύπνο μου και τον ξύπνιο μου, σε μια ύστατη προσπάθεια να λυτρωθώ και να νιώσω ότι με συγχωρά. Όμως κενό. Ούτε την συγχώρεση της παίρνω, ούτε τη γλυκιά της τη φωνή ακούω, που με ρωτούσε: «μ’ αγαπάς;» Είχε τόση πολλή ανάγκη να το ακούει, ίσως για να εξομαλύνει λίγο τον πόνο που της έδινα και να ξεχάσει τα λόγια που της έλεγα πάνω στους καυγάδες μας. Τι τυφλός που ήμουν ή τι κουφός! Δεν έβλεπα τι έκανα. Δεν άκουγα τα λόγια που μου έλεγε. Μου ζητούσε να έχει απλά μια ήρεμη ζωή με υγεία και αγάπη. Τίποτε άλλο. Ενώ αυτή ήταν πάντα εκεί για τα παιδιά μας και για μένα. Ένα χρόνο μετά που έφυγε βρήκα τη δύναμη να αγγίξω τα πράγματά της. Και εκεί ανάμεσα στα ρούχα της βρήκα το ημερολόγιό της. Αυτό ήταν το δεύτερο τσάκισμα για μένα. Εκείνη τη μέρα ένοιωσα τον πόνο να διπλασιάζεται και να παρακαλώ για μια στιγμή μόνο να γυρίσω το χρόνο πίσω, να της ζητήσω χίλια συγγνώμη, να της πω ένα εκατομμύριο σ’ αγαπώ και να την κρατήσω στην αγκαλιά μου τόσο σφικτά που ούτε ο ίδιος ο χάρος να μη μπορέσει να μου την πάρει.
Όμως ούτε το χρόνο μπορώ να γυρίσω πίσω, ούτε να διώξω τον πόνο από μέσα μου.
Έμεινα να κρατώ το ημερολόγιο της ανοιχτό στην τελευταία σελίδα που έγραψε πριν φύγει: «Σήμερα πάλι μαλώσαμε. Νιώθω χάλια, νιώθω να αρρωστώ… Θεέ μου, καλέ μου Θεέ, κάνε τον άντρα μου να αλλάξει. Να καταλάβει πόσο πόνο μου προκαλούν τα λόγια του. Τον αγαπώ πολύ και δεν αντέχονται τα λόγια του, κάνε τον να είναι γλυκός και τρυφερός μαζί μου πάντα. Όλες τις μέρες και όλες τις στιγμές της μέρας…Τελευταία τα ξεσπάσματά του και οι καυγάδες μας έγιναν πιο συχνοί. Κάθε φορά νιώθω να σπάει κάτι μέσα μου. Αν συνεχίσει έτσι δεν ξέρω πόσο ακόμα θα αντέξει αυτή η αγάπη»… Γλυκιά μου Άννα, παρόλη την αγάπη που μου έδωσες, εγώ σε απογοήτευσα. Δεν σου έδειξα την αγάπη που ζητούσες. Θυμάμαι μια συμβουλή που μας έλεγε συχνά ο πατέρας μου: «Σ’ αυτή τη ζωή ότι δώσεις θα επιστρέψει σε σένα». Σε μένα επέστρεψε στο εκατονταπλάσιο ο πόνος που σου έδωσα. Αυτό που με πονά πιο πολύ είναι ότι, όσο σε είχα κοντά μου, δεν σου έδειχνα την αγάπη μου. Ήμουν όλο νεύρα και φωνές. Σε αδικούσα συνέχεια και τα έβαζα όλα πάνω σου. Τώρα που σ’ έχασα, γλυκιά μου Άννα, σου λέω εκατό φορές τη μέρα πόσο σε αγαπώ! Αλλά τώρα τι να το κάνεις;
