Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Μπράβο στην Άννα

Πρόσφατα ήρθα αντιμέτωπη με ένα παράξενο συναίσθημα. Ζήλεψα!!!! Πολύ και σαν κολασμένη. Και το ανορθόδοξο της υπόθεσης δεν είναι ότι ζήλεψα για κάτι που ποθώ και δεν έχω, ή για κάτι που θέλω παθιασμένα να αποκτήσω αλλά δυσκολεύομαι. Ζήλεψα για κάτι που είναι τόσο απλό και προσβάσιμο, αλλά η καθημερινότητα ή ο εγωισμός μου δεν μου το επέτρεψαν μέχρι τώρα να το βιώσω. Ζήλεψα για ξεχασμένα συναισθήματα χαράς και ευφορίας, για συναισθήματα πληρότητας που τα έχουμε κλειδαμπαρωμένα στο μαύρο κουτί της συνείδησής μας. Η χαρά είναι τόσο δίπλα μας καμιά φορά αλλά την σνομπάρουμε καθημερινά χωρίς υπεκφυγές. Περιγράφω το περιστατικό που με έκανε να δω κάποια πράγματα μακριά από την θέση του επιπόλαιου παρατηρητή . Πρόκειται για μια νεαρή συνάδελφο την Άννα . Η Άννα είναι μια γλυκύτατη και ζωντανή κοπέλα η οποία εργάζεται μαζί μου εδώ και δύο χρόνια. Στον χώρο εργασίας που δουλεύομαι υπάρχουν πολλές νεαρές κοπέλες οι οποίες ως επί το πλείστον είναι πάντοτε στην διαδικασία του ψαξίματος. Κάποτε πρόκειται για καινούριο εραστή, η καινούρια τσάντα, η καινούρια μέρη διασκέδασης και γενικά όλα αυτά που απασχολούν τα ξέγνοιαστα νιάτα. Τα νεαρά μας κορίτσια που λέτε, εκτός της Άννας, κάθε μεσημέρι βγαίνουν έξω για φαγητό στις επώνυμες καφετέριες της περιοχής. Εγώ σαν μεγαλύτερη παρακολουθούσα την Άννα να φεύγει πάντα βιαστική τα μεσημέρια και να επιστρέφει πάντοτε χαρούμενη και ευδιάθετη. Μου έκανε εντύπωση όμως που ποτέ δεν ακολουθούσε τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της. Σαφώς και διακριτική όμως που είμαι, δεν ρώτησα ποτέ και ας τρωγόμουνα τι να είναι αυτό που την ανεβάζει κάθε μέρα και τα μάτια της πάντα λάμπουν και το χαμόγελο δεν της λείπει ποτέ. Το μυαλό μου πάντα πήγαινε σε κανένα ραντεβουδάκι. Χτες το μεσημέρι, το σενάριο επαναλήφθηκε. Η ώρα 1.00 μ.μ ο νεαρόκοσμος του γραφείου εξαφανίστηκε. Θες η πολλή πίεση της δουλειάς , θες η ρουτίνα που με τρώει σαν εργαζόμενη παντρεμένη γυναίκα με παιδιά , θες λίγο η κλιμακτήριος, θες τα τηλέφωνα που δεν σταματούσαν να χτυπούν τα νεύρα μου χόρευαν ζεϊμπέκικο. Απαντούσα συνέχεια με το τυπικό . Μπούχτισα όμως και αποφάσισα ότι όταν επέστρεφαν τα κορίτσια θα τους έλεγα δυο λόγια όσον αφορά τις προσωπικές τους γραμμές. Σε λίγη ώρα ξεκινά να καταφθάνει η μεγάλη παρέα. Με τα στερεότυπα και επαναλαμβανόμενα σχόλια και παράπονα. Το dressing της σαλάτας δεν ήταν και πολύ ωραίο, όμως ο κούκλος του διπλανού τραπεζιού τις κάρφωνε συνέχεια, η ξανθιά του πάνω ορόφου πρέπει να πήρε 5 κιλά αλλά έτρωγε και γλυκό και τέλος η καινούρια FENDI της executive secretary έβγαζε μάτι. Άλλες φορές μπορεί και να το διασκέδαζα με τα κουτσομπολιά, χθες όμως ήμουν έτοιμη για επίθεση. Αμέσως καταφθάνει και η Άννα. Ακόμα πιο λαμπερή και χαρούμενη. Αυτή θα την πληρώσει σκέφτομαι. Και αμέσως μπαίνω στην επίθεση “Βρε Άννα, όταν έφυγες ξέρεις ότι το τηλέφωνο σου χτύπησε 3 φορές και μου το κλεισαν μόλις απάντησα; κοκκινίζει η Άννα και μου ζητάει αμέσως συγνώμη. Ξέρετε, μου λέει, ήταν η γιαγιά μου αλλά δεν καταλαβαίνει Αγγλικά και έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει. Κόκαλο εγώ. Και από μόνη της μου λέει ότι κάθε μεσημέρι φεύγει βιαστική από την δουλειά και πηγαίνει στο σπίτι της γιαγιά της, το οποίο φιλοξενείται από τότε που έχασε την μάνα της και ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε. Την μεγάλωσε η γιαγιά και την φρόντισε όσο μπορούσε αλλά τώρα έχει πολλά προβλήματα υγείας και η Άννα ανάλαβε το νοικοκυριό. «Πάω σπίτι μου λέει, μαγειρεύω και τρώμε παρέα με την γιαγιά. Δεν το αλλάζω με τίποτα. Βλέπω πόση ανάγκη το έχει και πόση χαρά της δίνει και μου είναι αδύνατον να μην το κάνω. Αν πιάσουν μου λέει χαρακτηριστικά, οι μισές ευχές που μου βάζει τότε σίγουρα θα ζήσω ευτυχισμένη μέχρι τα βαθιά μου γεράματα.» Στην αρχή δεν είπα τίποτα γιατί μου ήταν τόσο δύσκολο να το πιστέψω. Επέστρεψα στο γραφείο μου με χίλιες σκέψεις. Είναι δυνατόν στις μέρες μας ένα νέο κορίτσι να αναλαμβάνει τόσες ευθύνες και το κυριότερο χωρίς γκρίνια και παράπονα. Μου λέει αλήθεια; Και όλο αυτό το ρεύμα τις εποχής δεν την παρέσυρε; Βούιζε το κεφάλι μου. Και πως διατηρεί αυτή την ζωντάνια και την συνεχή ευδιαθεσία; Μια ώρα αργότερα και μετά που κατάφερε ο εγκέφαλος μου να αφομοιώσει όλες αυτές τις πληροφορίες τόλμησα και την πλησίασα και ξεκίνησα να της λέω πολλά και μπερδεμένα.. Της έσφιξα το μπράτσο και της είπα «Μείνε όπως είσαι, μην αλλάξεις, μην ζηλέψεις κούφιες συμπεριφορές, μην παρασυρθείς από ανούσια, μην νιώσεις μειονεκτικά είναι μεγάλη παγίδα. Η πραγματική χαρά είναι σε αυτό που βιώνεις. Έχεις μεγαλείο ψυχής και σου δίνει τόση δύναμη το συναίσθημα της προσφοράς. Αν όλοι επιτρέπαμε στον εαυτό μας να κάνει μια πράξη που δεν πηγάζει από ιδιοτελή πλάνα αλλά αντίθετα από αυθόρμητο συναίσθημα της προσφοράς είναι κάτι περισσότερο από σίγουρο ότι η χαρά που θα εισπράτταμε θα ήταν διπλάσια. Δεν νομίζω να κατάλαβε και πολλά η Άννα από ότι είπα αλλά εγώ προσωπικά γύρισα στο γραφείο μου πολύ συγκινημένη παίρνοντας ένα μεγάλο μάθημα ζωής. Θυμήθηκα πόσο ωραία είναι να δίνεις χωρίς να περιμένεις ανταλλάγματα. Το να δίνεις απλόχερα ανιδιοτελή αγάπη κατά κανόνα γίνεσαι Άνθρωπος (και το Α κεφαλαίο δεν είναι τυπογραφικό λάθος) . Άσε που καθρεφτίζεται και στο πρόσωπό σου. Σας διαβεβαιώνω ότι την λάμψη που έχουν τα μάτια της Άννας κάθε απόγευμα δεν την συνάντησα ούτε στα τέλεια μακιγιαρισμένα μάτια των νεαρών συναδέλφων μας ούτε καν στα φανταχτερά περιοδικά που όλοι διαβάζουμε. Η Άννα πάντα ξεχώριζε, πάντα είχε μια ακτινοβολία που σε ακινητοποιούσε.

1 σχόλιο:

stavros είπε...

Αν πραγματικά η ιστορία αυτή είναι αληθινή και όχι φανταστική, τότε δεν μπορούμε παρά να πούμε ένα μπράβο στην Άννα που αντιστέκεται στους μοντέρνους ρυθμούς που θέλουν αυτούς που με κόπο και ιδρώτα μας ανάθρεψαν να τους πετούμε όταν γεράσουν σε άθλια μπουντρούμια της κοινωνίας. Η ασέβεια και η αχαριστία απέναντι στα γηρατειά είναι γενικευμένο φαινόμενο στον τόπο μας που εξακολουθώ να μη πιστεύω ότι η ιστορία αυτή είναι αληθινή αλλά φανταστική ιστορία μιας ανθρώπινης συνείδησης που ίσως υποφέρει από προσωπικές ή κοινωνικές ενοχές.