Αναδημοσίευση επιστολής της Χριστιάνας
Αν σας είναι γνώριμο το συναίσθημα του να ξημερώνει μια μέρα και να νυχτώνει αφήνοντάς σας ως παρατηρητές της ζωής σας και όχι σαν πρωταγωνιστές τότε ανήκετε όπως και μένα στην κατηγορία του «κάτι μου λείπει»
Ένιωσα το συναίσθημα του να επιβιώνω και όχι να ζω και τρομοκρατήθηκα. Μου πήρε όμως πολύ καιρό να το συνειδητοποιήσω και να παραδεχτώ τι μου έλειπε. Όλες οι μέρες ήταν το ίδιο, κάποτε πιο απαιτητικές κάποτε πιο απλές αλλά στο τέλος εισέπραττα πάντοτε το ίδιο. Το κενό δεν συμπληρωνότανε. Ντρεπόμουν να παραδεχτώ ότι όσο πιο πολύ τακτοποιούσα την ζωή μου τόσο πιο πολύ αντιλαμβανόμουν ότι κάτι πρέπει να ψάξω που θα με κάνει να νιώσω ότι είμαι ενέργεια και όχι παθητικό υποκείμενο στα γραφόμενα της ζωής μου. Έβλεπα ότι όλα γύρω μου γίνονταν μηχανικά και με πρόγραμμα. Κατάφερνα να είμαι η στοργική μάνα, η υπομονετική σύζυγος, η καλή θυγατέρα και είχα από τον εαυτό μου την απαίτηση να νιώσω πλήρης.
Με την πάροδο του χρόνου πέρασα και δυσκολότερα. Αντιμετώπισα ψυχοσωματικά συμπτώματα, όπως αϋπνίες, κόμπο στον λαιμό, στομάχι πέτρα και διάφορα άλλα. Περιμένοντας συχνά σε αίθουσες αναμονής διάφορων γιατρών και ειδικοτήτων, ψάχνοντας να βρω ανίατες ασθένειες, ένιωσα ότι η ζωή με έβαζε στόχο. Πέρασα περίοδο μεγάλου ψαξίματος. Διάβασα βιβλία, μίλησα με ψυχολόγους, ερεύνησα το διαδίχτυο, ξενύχτησα, δεν θα το κρύψω ότι έκλαψα κιόλας αλλά δεν κατάφερνα να καταλήξω κάπου ουσιαστικά. Όσο πιο πολύ πρόγραμμα έβαζα στη ζωή μου, όσο διεύρυνα τις γνώσεις μου, τόσο πιο πολύ ένιωθα την ανάγκη να την γεμίσω ουσιαστικά.
Την απάντηση την πήρα όμως τόσο αναπάντεχα και με τον πιο απλό τρόπο.
Ένα απόγευμα Δευτέρας και μετά από ένα 8ωρο απαιτητικής συγκέντρωσης στην δουλειά έκανα τα απογευματινά μου δρομολόγια όσον αφορά φροντιστήρια των παιδιών, ψώνια, και γενικά τις καθημερινές μου απογευματινές υποχρεώσεις. Με πολλή χαρά και έκπληξη διαπίστωσα ότι μου περίσσευε ένα ολόκληρο μισάωρο πριν το επόμενο δρομολόγιο. Σαν γνήσιος λάτρης του καφέ η πρώτη μου σκέψη ήταν να καθίσω σε μια κοντινή καφετέρια παίρνοντας «ανθρώπινα» έναν καφέ μακριά από τα τηλεφωνήματα της δουλειάς και χωρίς τις τσιρίδες των πολυαγαπημένων μου βλασταριών. Παραγγέλλω τον διπλό μου espresso και ξεφυλλίζω την απογευματινή εφημερίδα. Το σχεδόν «ιερό» της ηρεμίας μου έμελλε να το βεβηλώσει μια παρέα εφήβων που κατέφθασαν σχεδόν ταυτόχρονα μαζί μου και κάθισαν ακριβώς δίπλα μου. Μιλούσαν και γελούσαν σχεδόν όλοι μαζί κάνοντας απίστευτο σαματά. Ακόμα μια φορά το «σύμπαν συνωμοτεί εναντίον μου» σκέφτηκα μεγαλοφώνως. Το σχόλιο μου αυτό προφανώς το βρήκαν πολύ χαριτωμένο γιατί ξέσπασαν όλοι σε γέλια και ξεθάρρεψαν ακόμα περισσότερο. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα να ακούω και να παρακολουθώ τις συζητήσεις τους. Οχυρωμένη φυσικά πίσω από την εφημερίδα μου συλλάμβανα τον εαυτό μου να παρασύρετε και να ταξιδεύει μέσα από τις εφηβικές συζητήσεις. Και τι κοινό είχαν όλες οι κουβέντες; Στόχους!!!! Από τον πιο απλό μέχρι τον πιο μεγάλο. Τα παιδιά έβαζαν στόχους. Να μαζέψουν λεφτά για να πάνε διακοπές, να περάσουν τις εξετάσεις τους, να κλείσουν τα 18 για να πάνε σε club, ή ακόμα να πείσουν τους γονείς τους να τους πάρουν κατοικίδιο. Αμέσως θυμήθηκα την δική μου ενήλικη παρέα με τα δικά μας συνηθισμένα «αστεία». Αν κερδίζαμε το λόττο, αν είχαμε κότερα, αν δεν γερνούσαμε, αν δεν δουλεύαμε, αν ζούσαμε σε άλλη εποχή αν και αν και αν... Ένιωσα ότι όλη αυτή η ζωντάνια δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της νιότης τους αλλά και της δύναμης που σου δίνει η πάλη προς επίτευξη στόχων. Αμέσως προσπάθησα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που έβαλα εγώ στόχο στη ζωή μου. Η απάντηση ήρθε για να με προβληματίσει ακόμα περισσότερο. Δεν θυμόμουνα. Και αυτό ήταν σκληρή διαπίστωση.
Περίμενα πάντα για καλύτερες μέρες κάνοντας όνειρα και όχι θέτοντας στόχους. Τα όνειρα όμως όπως τα έπλασε ο Ύψιστος είναι για να ξεκινούν και να τελειώνουν στην αγκαλιά του Μορφέα όχι για την πραγματική ζωή. Η ζωή μας χρειάζεται στόχους με αφετηρία και τέρμα για να αποκτήσει νόημα. Και οι στόχοι πρέπει να είναι προσωπικοί και υποκειμενικοί. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο και δεν έχουν και για όλους μας σημασία τα ίδια πράγματα. Κάνοντας οικογένεια και γεμίζοντας με συναισθήματα απέραντης αγάπης και ευθύνης απέναντι στα παιδιά μου επικέντρωσα όλους μου τους στόχους σε αυτά. Να μεγαλώσουν σωστά, να προοδέψουν, να γνωρίζουν από ήθος και αξίες και όλα όσα καλείτε να διεκπεραιώσει ένας γονιός. Από την άλλη πλευρά όμως ο άνθρωπος είναι ανήσυχο ον και χρειάζεται συνεχή αναζήτηση, διερεύνηση και πρόοδο. Κάποτε με γνώμονα την ύλη, κάποτε την γνώση οι στόχοι είναι η ίδια η ζωή. Στόχος μπορεί να είναι η απόκτηση χρημάτων, μπορεί να είναι η μόρφωση και οτιδήποτε ζωντανεύει τον άνθρωπο. Ό,τι κάνει τον άνθρωπο να ζει και όχι να επιβιώνει. Με αυτό τον τρόπο κατάλαβα και τι μου έλειπε. Μου έλειπε ο στόχος. Σταμάτησα να έχω στόχους για τους οποίους θα παλεύω. Με πρόφαση την καθημερινότητα και τις απαιτήσεις της ζωής καθώς και τη ρουτίνα και το ρεύμα που μας στροβιλίζει ξεκίνησα να επιβιώνω και όχι να ζω. Σαν πρώτο στόχο εκείνο το απόγευμα είχα βάλει να ικανοποιώ καθημερινά τις 5 μου αισθήσεις. Κάτι που μπορούμε να το κάνουμε όλοι χωρίς να απαιτείται ούτε χρόνος ούτε χρήμα. Μια καθημερινή ματιά στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, μια αγκαλιά από αγαπημένο πρόσωπο, η ευωδία του γιασεμιού κάθε σούρουπο, η απόλαυση του φαγητού ή του γλυκού χωρίς τύψεις και βιασύνες ακόμα και το γέλιο των εφήβων στο διπλανό τραπέζι ηχούσε αναζωογονητικό και όχι εκνευριστικό.
Ένιωσα το συναίσθημα του να επιβιώνω και όχι να ζω και τρομοκρατήθηκα. Μου πήρε όμως πολύ καιρό να το συνειδητοποιήσω και να παραδεχτώ τι μου έλειπε. Όλες οι μέρες ήταν το ίδιο, κάποτε πιο απαιτητικές κάποτε πιο απλές αλλά στο τέλος εισέπραττα πάντοτε το ίδιο. Το κενό δεν συμπληρωνότανε. Ντρεπόμουν να παραδεχτώ ότι όσο πιο πολύ τακτοποιούσα την ζωή μου τόσο πιο πολύ αντιλαμβανόμουν ότι κάτι πρέπει να ψάξω που θα με κάνει να νιώσω ότι είμαι ενέργεια και όχι παθητικό υποκείμενο στα γραφόμενα της ζωής μου. Έβλεπα ότι όλα γύρω μου γίνονταν μηχανικά και με πρόγραμμα. Κατάφερνα να είμαι η στοργική μάνα, η υπομονετική σύζυγος, η καλή θυγατέρα και είχα από τον εαυτό μου την απαίτηση να νιώσω πλήρης.
Με την πάροδο του χρόνου πέρασα και δυσκολότερα. Αντιμετώπισα ψυχοσωματικά συμπτώματα, όπως αϋπνίες, κόμπο στον λαιμό, στομάχι πέτρα και διάφορα άλλα. Περιμένοντας συχνά σε αίθουσες αναμονής διάφορων γιατρών και ειδικοτήτων, ψάχνοντας να βρω ανίατες ασθένειες, ένιωσα ότι η ζωή με έβαζε στόχο. Πέρασα περίοδο μεγάλου ψαξίματος. Διάβασα βιβλία, μίλησα με ψυχολόγους, ερεύνησα το διαδίχτυο, ξενύχτησα, δεν θα το κρύψω ότι έκλαψα κιόλας αλλά δεν κατάφερνα να καταλήξω κάπου ουσιαστικά. Όσο πιο πολύ πρόγραμμα έβαζα στη ζωή μου, όσο διεύρυνα τις γνώσεις μου, τόσο πιο πολύ ένιωθα την ανάγκη να την γεμίσω ουσιαστικά.
Την απάντηση την πήρα όμως τόσο αναπάντεχα και με τον πιο απλό τρόπο.
Ένα απόγευμα Δευτέρας και μετά από ένα 8ωρο απαιτητικής συγκέντρωσης στην δουλειά έκανα τα απογευματινά μου δρομολόγια όσον αφορά φροντιστήρια των παιδιών, ψώνια, και γενικά τις καθημερινές μου απογευματινές υποχρεώσεις. Με πολλή χαρά και έκπληξη διαπίστωσα ότι μου περίσσευε ένα ολόκληρο μισάωρο πριν το επόμενο δρομολόγιο. Σαν γνήσιος λάτρης του καφέ η πρώτη μου σκέψη ήταν να καθίσω σε μια κοντινή καφετέρια παίρνοντας «ανθρώπινα» έναν καφέ μακριά από τα τηλεφωνήματα της δουλειάς και χωρίς τις τσιρίδες των πολυαγαπημένων μου βλασταριών. Παραγγέλλω τον διπλό μου espresso και ξεφυλλίζω την απογευματινή εφημερίδα. Το σχεδόν «ιερό» της ηρεμίας μου έμελλε να το βεβηλώσει μια παρέα εφήβων που κατέφθασαν σχεδόν ταυτόχρονα μαζί μου και κάθισαν ακριβώς δίπλα μου. Μιλούσαν και γελούσαν σχεδόν όλοι μαζί κάνοντας απίστευτο σαματά. Ακόμα μια φορά το «σύμπαν συνωμοτεί εναντίον μου» σκέφτηκα μεγαλοφώνως. Το σχόλιο μου αυτό προφανώς το βρήκαν πολύ χαριτωμένο γιατί ξέσπασαν όλοι σε γέλια και ξεθάρρεψαν ακόμα περισσότερο. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα να ακούω και να παρακολουθώ τις συζητήσεις τους. Οχυρωμένη φυσικά πίσω από την εφημερίδα μου συλλάμβανα τον εαυτό μου να παρασύρετε και να ταξιδεύει μέσα από τις εφηβικές συζητήσεις. Και τι κοινό είχαν όλες οι κουβέντες; Στόχους!!!! Από τον πιο απλό μέχρι τον πιο μεγάλο. Τα παιδιά έβαζαν στόχους. Να μαζέψουν λεφτά για να πάνε διακοπές, να περάσουν τις εξετάσεις τους, να κλείσουν τα 18 για να πάνε σε club, ή ακόμα να πείσουν τους γονείς τους να τους πάρουν κατοικίδιο. Αμέσως θυμήθηκα την δική μου ενήλικη παρέα με τα δικά μας συνηθισμένα «αστεία». Αν κερδίζαμε το λόττο, αν είχαμε κότερα, αν δεν γερνούσαμε, αν δεν δουλεύαμε, αν ζούσαμε σε άλλη εποχή αν και αν και αν... Ένιωσα ότι όλη αυτή η ζωντάνια δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της νιότης τους αλλά και της δύναμης που σου δίνει η πάλη προς επίτευξη στόχων. Αμέσως προσπάθησα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που έβαλα εγώ στόχο στη ζωή μου. Η απάντηση ήρθε για να με προβληματίσει ακόμα περισσότερο. Δεν θυμόμουνα. Και αυτό ήταν σκληρή διαπίστωση.
Περίμενα πάντα για καλύτερες μέρες κάνοντας όνειρα και όχι θέτοντας στόχους. Τα όνειρα όμως όπως τα έπλασε ο Ύψιστος είναι για να ξεκινούν και να τελειώνουν στην αγκαλιά του Μορφέα όχι για την πραγματική ζωή. Η ζωή μας χρειάζεται στόχους με αφετηρία και τέρμα για να αποκτήσει νόημα. Και οι στόχοι πρέπει να είναι προσωπικοί και υποκειμενικοί. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο και δεν έχουν και για όλους μας σημασία τα ίδια πράγματα. Κάνοντας οικογένεια και γεμίζοντας με συναισθήματα απέραντης αγάπης και ευθύνης απέναντι στα παιδιά μου επικέντρωσα όλους μου τους στόχους σε αυτά. Να μεγαλώσουν σωστά, να προοδέψουν, να γνωρίζουν από ήθος και αξίες και όλα όσα καλείτε να διεκπεραιώσει ένας γονιός. Από την άλλη πλευρά όμως ο άνθρωπος είναι ανήσυχο ον και χρειάζεται συνεχή αναζήτηση, διερεύνηση και πρόοδο. Κάποτε με γνώμονα την ύλη, κάποτε την γνώση οι στόχοι είναι η ίδια η ζωή. Στόχος μπορεί να είναι η απόκτηση χρημάτων, μπορεί να είναι η μόρφωση και οτιδήποτε ζωντανεύει τον άνθρωπο. Ό,τι κάνει τον άνθρωπο να ζει και όχι να επιβιώνει. Με αυτό τον τρόπο κατάλαβα και τι μου έλειπε. Μου έλειπε ο στόχος. Σταμάτησα να έχω στόχους για τους οποίους θα παλεύω. Με πρόφαση την καθημερινότητα και τις απαιτήσεις της ζωής καθώς και τη ρουτίνα και το ρεύμα που μας στροβιλίζει ξεκίνησα να επιβιώνω και όχι να ζω. Σαν πρώτο στόχο εκείνο το απόγευμα είχα βάλει να ικανοποιώ καθημερινά τις 5 μου αισθήσεις. Κάτι που μπορούμε να το κάνουμε όλοι χωρίς να απαιτείται ούτε χρόνος ούτε χρήμα. Μια καθημερινή ματιά στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, μια αγκαλιά από αγαπημένο πρόσωπο, η ευωδία του γιασεμιού κάθε σούρουπο, η απόλαυση του φαγητού ή του γλυκού χωρίς τύψεις και βιασύνες ακόμα και το γέλιο των εφήβων στο διπλανό τραπέζι ηχούσε αναζωογονητικό και όχι εκνευριστικό.
Χριστιάνα

1 σχόλιο:
Η επιστολή σας αγαπητή φίλη είναι γεμάτη με νόημα και περιέχει δυνατά μηνύματα για όλους μας, ιδιαίτερα αυτούς που ζουν σε αυταπάτες και υπαρξιακά αδιέξοδα. Πολλοί ανάμεσά μας βιώνουν αυτή την ανία που περιγράφετε κι αυτό το αίσθημα που αναδύεται στην ψυχή και λέγει πως ‘κάτι μου λείπει’. Η επιστολή σας, μου έχει θυμίσει τη θεωρία της λογοθεραπείας που ίδρυσε ο Αυστριακός ψυχοθεραπευτής Victor Frankl όταν βρισκόταν μελλοθάνατος σε στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί από το 1942 ως το 1945 όταν τα συμμαχικά στρατεύματα απελευθέρωσαν τους μελλοθάνατους που είχαν απομείνει ζωντανοί. Ο Frankl αν και μελλοθάνατος για τρία συνεχή χρόνια, βρήκε νόημα στη ζωή θέτοντας στόχο τη μελέτη της ανθρώπινης ύπαρξης και τη συγγραφή του πρώτου του βιβλίου με τίτλο «Από το Θάλαμο του Θανάτου στον Υπαρξισμό» με θέμα τη θέληση του ανθρώπου να βρίσκει νόημα για ζωή ακόμη και μέσα στις πιο τραγικές συνθήκες. Τελικά ο Frankl δεν κατέληξε στους φούρνους αερίων όπως η σύζυγος του και άλλοι συγγενείς και φίλοι του, κι έτσι μπόρεσε μετά την αποφυλάκιση του να εκδώσει το βιβλίο του που έγινε παγκόσμια επιτυχία, και να ιδρύσει τη δική του θεωρία για τον υπαρξισμό και συγκεκριμένα τη μέθοδο ψυχοθεραπείας που αναφέρεται ως Logotherapy και θεωρείται βασικό μέρος της Παγκόσμιας Υπαρξιακής Ψυχολογίας και Φαινομενολογικής Ψυχοθεραπείας. Η λογοθεραπεία που εφάρμοσε ο Frankl ως ψυχοθεραπευτής μετά την αποφυλάκισή του, βοήθησε 30.000 γυναίκες ασθενείς του, που υπέφεραν από κατάθλιψη και τάσεις αυτοκτονίας να αποθεραπευθούν. Ο σπουδαίος αυτός ψυχοθεραπευτής με τα 29 τιμητικά διδακτορικά, μπόρεσε να φωτίσει τους μεταγενέστερους ψυχοθεραπευτές τη θεραπευτική δύναμη που έχει το νόημα στη ζωή των ανθρώπων. «Λόγος» σημαίνει «νόημα» γι’ αυτό και αναφέρεται ο όρος «λογοθεραπεία». Η επίδραση της λογοθεραπείας στην ψυχοθεραπεία είναι τεράστια, λίγοι όμως ψυχοθεραπευτές την χρησιμοποιούν σήμερα. Αν όμως ερευνήσουμε σε βάθος τους καταθλιπτικούς, τους αντικοινωνικούς, τους ναρκομανείς και άλλους ψυχικά άρρωστους ανθρώπους θα διαπιστώσουμε πως αιτία του προβλήματός τους είναι η έλλειψη νοήματος στη ζωή. Μπορούμε ακόμη με βεβαιότητα να πούμε ότι εκατομμύρια άνθρωποι αποθεραπεύτηκαν από την κατάθλιψη και άλλα σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα με το να βρουν νόημα στη ζωή. Πολύ σημαντικό λοιπόν το μήνυμα στην επιστολή σας αγαπητή φίλη. Ο άνθρωπος χωρίς νόημα στη ζωή του παύει να έχει κίνητρα και ενδιαφέρον για ζωή. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος έχει χάσει το ενδιαφέρον του για τη ζωή τότε μπαίνει στη μελαγχολία, την αδιαφορία, την ανευθυνότητα και τη βία, αρχίζει να σκέφτεται το θάνατο και την αυτοκτονία. Σας ευχαριστώ λοιπόν αγαπητή φίλη, που βοηθήσατε με το κείμενό σας να σταλεί στους χιλιάδες αναγνώστες αυτό το σημαντικό μήνυμα που τόσο ωραία περιγράφετε. Το μήνυμα αφορά και επαγγελματίες ψυχοθεραπευτές να θυμηθούν θεραπευτικές μεθόδους που τις θεωρούν ξεπερασμένες. Προσκαλώ και άλλους αναγνώστες να γράψουν τις δικές τους εμπειρίες από τις οποίες μπορούμε να βοηθηθούμε όλοι μας.
Δημοσίευση σχολίου