Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

Μακριά από την Κύπρο

Άρθρο ανώνυμου, απλά για να σκορπίσει τις σκέψεις του:

Το γεγονός ότι έχουμε κοινωνικό πρόβλημα σε αυτό τον τόπο πρέπει να το χωνέψουμε όλοι καλά και να σταματήσουμε να ρίχνουμε το φταίξιμο από το ένα φύλο στο άλλο. Υπάρχει μια κρίση επικοινωνίας μεταξύ αντρών και γυναικών που σε καμία άλλη χώρα δεν υπάρχει... Έχω ζήσει και ταξιδέψει σε αρκετές χώρες του κόσμου που έχουν ίσως χειρότερα προβλήματα από την Κύπρο όμως εκεί δεν χάθηκε ο έρωτας τουλάχιστο.... πράγμα που είναι σημαντικό στη ζωή του ανθρώπου, ίσως το σημαντικότερο.
Εδώ στην Κύπρο υπάρχει μια κακή αύρα που όσοι έζησαν αλλού το καταλαβαίνουν. Ο κόσμος είναι τόσο ψεύτικος, υλιστής και κακομαθημένος που αν δεν είσαι σαν αυτούς αμέσως σε αποκλείουν. Το νησί είναι όμορφο και τα έχει όλα ...αλλά κατοικείται από πρωτόγονους με λεφτά, που ούτε οι ίδιοι δεν ξέρουν ποιοι είναι. Τα τελευταία χρόνια είμαι Κύπρο και βλέπω τον εαυτό μου να φεύγει πάλι επειδή εδώ αν δεν είσαι γάιδαρος καμία δεν σε προσέχει και κανένας δεν σου δίνει ευκαιρίες, ίσως επειδή έτσι έμαθαν να ζουν εδώ. Έτσι το μήνυμά μου είναι σε όσους είναι ψαγμένοι/ες και βαρέθηκαν να ασχολούνται με ηλίθιες και γαϊδάρους, μακριά από την Κύπρο επειδή η κοινωνία δεν τραβά ανθρώπους με μυαλά.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008

Πώς η γυναίκα μου με άλλαξε

Δημοσίευση επιστολής του Γ. Δ.

Πολλές φορές η στήλη σας με συγκινεί και με προκαλεί συναισθηματικά μέσα από τη διάχυτη ευαισθησία σας προς τον βασανισμένο άνθρωπο. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου να σας γράψω, όμως ο τρόπος που δημοσιεύονται οι προσωπικές ιστορίες και ο σχολιασμός με ώθησαν να γράψω κι εγώ το βάσανό μου τώρα στα 50 μου.

Μεγάλωσα από γονείς που μου έμαθαν την προσφορά, το δόσιμο, τον αλτρουισμό κι έτσι κι εγώ μεγαλώνοντας ξεχώριζα για τις αρχές μου στο σχολείο, στο στρατό, στις σχέσεις μου. Ήμουν ένας άνθρωπος έτοιμος πάντα να τρέξω για βοήθεια σε όποιον τη χρειαζόταν, να δώσω, να δοθώ χωρίς ποτέ να ζητήσω τίποτε για μένα. Χριστιανός δεν υπήρξα όπως αυτούς που κάνουν κάτι για να κερδίσουν την αιώνιο χαρά. Για μένα η χαρά ήταν επίγεια, ήτα μέσα μου. Μέσα από την ανατροφή μου έμαθα να αγαπώ, να εκτιμώ, να σέβομαι, να είμαι απλός και ταπεινός, να μη ζηλεύω τους άλλους, να μη μισώ.

Από πολύ νωρίς ερωτεύτηκα γιατί μου άρεσαν πολύ οι γυναίκες. Δεν ξέρω γιατί αλλά χωρίς την παρουσία τους στον κόσμο μου ένιωθα ένα απέραντο κενό. Ονειρευόμουν πάντα μια γυναίκα που να την κάνω ευτυχισμένη, να της δώσω τα πάντα. Μετά από πολλές περιπέτειες παντρεύτηκα στα 30 με τη γυναίκα μου χωρίς μεγάλη γνωριμία γιατί βιαζόμουν να κάνω οικογένεια και γιατί δεν ήμουν ποτέ ο άνθρωπος των μπαρ και των ξενυχτάδικων. Είχα άλλες ασχολίες στον ελεύθερό μου χρόνο ως εθελοντής σε πολλές οργανώσεις, λάτρης των τεχνών, της μουσικής, της δημιουργικής έκφρασης, της φύσης.

Όταν παντρεύτηκα βρέθηκα αντιμέτωπος με τη γυναίκα μου που ήταν κάθετη ενάντια σε όλες σχεδόν τις δραστηριότητές μου. Στην αρχή αντιδρούσα και διαμαρτυρόμουν· αυτή όμως ήταν η ισχυρή γιατί ήταν έμπειρη στους καυγάδες· δηλαδή ήξερε από πριν πώς γίνεται ο καυγάς και πώς κερδίζεις κάτι μέσα από ένα καυγά, ενώ εγώ δεν είχα ποτέ πριν στη ζωή μου καυγαδίσει με κανέναν. Ήμουν ένας φιλήσυχος άνθρωπος που ο καυγάς με έκανα να πανικοβάλλομαι και να χάνω τον έλεγχο της ζωής μου.

Η γυναίκα μου τελικά τα κέρδιζε όλα γιατί εγώ δεν μπορούσα να αντιδράσω ή δεν ήξερα πώς. Ήταν απόλυτη στις θέσεις της και έτοιμη να μη μου μιλήσει ξανά αν δεν υπόκυπτα στις απόψεις της. Εγώ όπως πάντα μαλακός, ανεκτικός και κυρίως ευαίσθητος στο να μη πληγώσω τη γυναίκα μου δεχόμουν τα πάντα. Σε δέκα περίπου χρόνια βρήκα τον εαυτό μου να γίνεται ένας άλλος άνθρωπος που καμιά σχέση δεν είχε με το παρελθόν. Εγώ που ποτέ δεν έβαλα γραβάτα κατάντησα της γραβάτας, εκεί που απεχθανόμουν τη φαντασία και την υλιστική κατανάλωση έγινα υλιστής. Τη ζωή μου κυβερνούσε η γυναίκα μου, ακόμη και στο τι θα φορέσω, τι θα φάω, τι θα πιω, μου έκοψε το τσιγάρο, τις εξόδους μου ως εθελοντής και με τον τρόπο της μου έκοψε τα φτερά της ελευθερίας με τα οποία πετούσα πριν.

Δυστυχώς ούτε τα παιδιά μου δεν μπόρεσα να τα οδηγήσω στις αξίες που πάντα πίστευα αφού η γυναίκα μου είχε κυριαρχικό ρόλο και σ’ αυτά. Ένιωθα πελαγωμένος ή πιο καλά βουλιαγμένος σε μια παγίδα που δεν μπορούσα να δραπετεύσω, δεν είχα φτερά να πετάξω. Τα όνειρά μου γκρεμίστηκαν, αφού ότι και να της προσφέρω είναι ανάξιο λόγου, αφού εγώ δεν ήμουν ποτέ της ύλης αυτή όμως είναι λάτρης της ύλης, της προβολής, τη αλαζονείας. Ποτέ δεν μου είπε ευχαριστώ για ότι της πρόσφερα ούτε ποτέ συγνώμη όταν με ισοπέδωνε με σκληρό και επώδυνο τρόπο. Παρόλο που έχω αλλάξει κι έχω γίνει ένας άλλος άνθρωπος μέσα μου βράζει ο πόθος μου να μπορούσα να ζήσω το όνειρό μου. Κατάντησα έτσι όχι γιατί δεν είχα το δυναμισμό αλλά γιατί φοβόμουν τους καυγάδες, τις αγριοφωνάρες, τα γινάτια, τον εκβιασμό. Δεν ήθελα ποτέ να πληγώσω κανένα και ιδιαίτερα τη γυναίκα και τα παιδιά μου.

Φιλοσοφώντας τη ζωή μου άρχισα να πιστεύω ότι εκεί που πρόσφερα στους άλλους τώρα προσφέρω στην οικογένειά μου. Παρόλα αυτά όμως δε νιώθω ευτυχισμένος γιατί δεν είμαι εγώ. Είμαι κάτι άλλο που δεν μπορώ να με καταλάβω. Πολλές φορές σκέφτηκα να χωρίσω. Παρακολουθώντας όμως γυναίκες στο χώρο που εργάζομαι και αλλού διαπιστώνω ότι δεν υπάρχουν γυναίκες όπως τις ονειρεύτηκα, ρομαντικές, απλές, σεμνές. Η κοινωνία τις ωθεί σε μια έπαρση κι ένα εγωισμό που με κάνουν να φοβούμαι και να κρύβομαι πιο πολύ στο όστρακό μου.

Τελικά παραδέχομαι ότι όλα αυτά που έστησαν οι γονείς μου μέσα στην ψυχή μου τα ισοπέδωσε η γυναίκα μου σε χρόνο ρεκόρ. Και λέω πως τελικά η γυναίκα δεν είναι το αδύνατο φύλο αλλά το ισχυρό. Εγώ δεν θα τολμούσα ποτέ να επιχειρήσω να επιβληθώ στον άλλο, να του απορρίψω τις αξίες και τα ιδανικά του και να τον κάνω ένα ψυχολογικό δούλο. Αυτή όχι μόνο τόλμησε αλλά πατώντας πάνω σε μια σεμνή ψυχή κατάφερε να την υποτάξει χωρίς ίχνος ενοχές και χωρίς βέβαια να το παραδεχτεί ποτέ. Κι όλα αυτά τα ζω μόνος χωρίς ποτέ κανένας να γνωρίζει τον πόνο στην ψυχή μου.

Τώρα νιώθω να σχίσω αυτή την επιστολή και να την πετάξω γιατί ξέρω πως τίποτε δεν θα αλλάξει. Σας τη στέλνω χωρίς να ζητώ να με συμβουλέψετε. Αν θέλετε πετάξετε την εσείς.

Με εκτίμηση
Γ.Δ.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

τα θύματα της αγάπης

Αναδημοσιεύουμε επιστολή της Μαδημένης Μαργαρίτας

Είμαι μια κοπέλα που έτυχε να γεννηθώ με κάποιο πρόβλημα κινητικής αναπηρίας. Με χίλια βάσανα και τη βοήθεια των γονιών μου κατάφερα να πάω σχολείο και να τελειώσω και πανεπιστήμιο στο εξωτερικό.
Αιτία για να σας γράψω είναι το πανηγύρι ή καλύτερα καρναβάλι που λέγεται Ραδιομαραθώνιος. Όταν ξεκίνησε ο περιβόητος Ραδιομαραθώνιος θυμούμαι ήμουν μικρό παιδί και ένιωθα μια παράξενη αγωνία που ούτε και τώρα μπορώ να εξηγήσω. Θυμούμαι που όλοι μιλούσαν για «αγάπη» για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες κι ένιωθα στη ψυχή μου μια ελπίδα και μια αισιοδοξία πως η «αγάπη» των γονιών μου δεν ήταν η μοναδική αλλά υπήρχαν κι άλλοι που μπορούσαν να με αγαπήσουν γιατί ακόμα και παιδί και μετά νεαρή έφηβη ένιωθα να μου λείπει τόσο πολύ η παρέα των άλλων, η φιλία ακόμη και ο έρωτας όπως όλες οι συνομήλικες μου που μιλούσαν με τόσο ενθουσιασμό ενώ εγώ ποτέ δεν τολμούσα ούτε καν να σκεφτώ κάτι τέτοιο. Έτσι μεγάλωσα σιγά-σιγά μέσα στο ατέλειωτο κλάμα και τον πόνο όχι για το ανάπηρο μου σώμα γιατί αυτό άρχισα να μαθαίνω να ζω μαζί του αλλά την απόρριψη και την απομόνωση, η περιφρόνηση των άλλων, η υποτίμηση ακόμη και των καθηγητών μου με τους χαμηλούς βαθμούς γιατί με περνούσαν και καθυστερημένη. Θυμούμαι τη χαρά των συμμαθητριών μου όταν πήγαιναν εκδρομές κι εγώ έκλαιγα στην αγκαλιά του πατέρα μου γιατί οι καθηγητές δεν μου επέτρεπαν να πάω κι εγώ γιατί όπως έλεγαν δεν ήθελαν να φορτωθούν την ευθύνη μου. Στα 18 μου κατάλαβα πως κανένας δεν με αγαπούσε ούτε με ήθελε καν για παρέα. Ακόμη και οι γονείς μου απομονώθηκαν γιατί ντρεπόντουσαν να καλέσουν φίλους στο σπίτι ή να πάνε κάποια επίσκεψη γιατί ντρεπόντουσαν να με παρουσιάσουν στους άλλους. Αυτοί νόμιζαν οι καημένοι πως εγώ δεν το καταλάβαινα κι έκαναν το παν να μη με πληγώσουν. Μέχρι που πλήρωναν κάποια άγνωστη κοπέλα για να γίνει τάχατες «φίλη» μου και να με βγάζει έξω όπως οι άλλες συνομήλικες μου, κι αυτή με έβγαζε έξω μου έκανε τάχατες τη «φίλη» και με άφηνε μόνη σε μια γωνιά του καφέ για να κάνει παρέα με τις πραγματικές της φίλες ενώ εγώ στην απόρριψη να περιμένω πότε να φύγω και να πάω στο σπίτι εκεί που είχα δυο ανθρώπους με ζεστή την αγκαλιά να με αγκαλιάσουν. Εγώ το ανακάλυψα αυτό και κατάλαβα ότι οι γονείς μου πλήρωναν αυτή την κοπέλα και μετά δεν ήθελα ούτε να έρθει σπίτι μας. Μετά από αυτό δεν ήθελα να κάνω παρέα με καμιά γιατί πίστεψα ότι δεν με ήθελαν, με υποτιμούσαν, με ειρωνεύονταν και με έκαναν να νιώθω άχρηστη. Όλα στη ζωή μου αναποδογυρίστηκαν όταν πήγα να σπουδάσω με χρήματα των γονιών μου κι όχι από αυτά του Μαραθώνιου γιατί όταν έκανα αίτηση μας απάντησαν ότι είχα περάσει τα 18. Οι γονείς μου στερήθηκαν τα πάντα για να καταφέρω να πάω στο εξωτερικό για να σπουδάσω. Πίστευαν σε μένα και ήθελαν να σπουδάσω ελληνική φιλολογία γιατί μου άρεσε και ήμουν άριστη στα ελληνικά.. Με πίεσαν μπορώ να πω γιατί εγώ ήμουν στα χάλια μου και δεν πίστευα τίποτε στη ζωή. Τελικά αντί για ελληνική φιλολογία προτίμησαν να με στείλουν στην Αγγλία σε μια καλή μου θεία που ζούσε μόνη και ήθελε πολύ να με βοηθήσει. Στο πανεπιστήμιο έκανα την πρώτη φίλη από την Ελλάδα και στην αρχή δεν μπορούσα να την πιστέψω. Ήταν από τη Θεσσαλονίκη κι ερχόταν πάντα να με βοηθήσει να βγούμε έξω και να πάμε ακόμη και σε πάρτι με συμφοιτητές μας. Της άνοιξα την καρδιά μου και με ένιωθε της τα είπα όλα, την απέραντη μοναξιά μου τους φόβους μου και την αγωνία μου και πολλές φορές κλάψαμε μαζί. Όταν τέλειωσε κι έπρεπε να φύγει για Ελλάδα εγώ ήμουν χαμένη. Εκεί που ήμουν απαρηγόρητη βρέθηκαν σχεδόν αμέσως κάποιες άλλες συμφοιτήτριες μου ΞΕΝΕΣ να με στηρίξουν γι’ αυτό και άντεξα και ξεπέρασα το χωρισμό της. Ερχόντουσαν και με έβγαζαν έξω μέχρι που με γνώρισαν σε κάποιο κοινό τους φίλο από την Σκωτία που προσπάθησε να με πλησιάσει ενώ εγώ τον απόφευγα γιατί φοβόμουν γιατί ποτέ δεν με είχε πλησιάσει τόσο κοντά κάποιο αγόρι κι αυτός όταν βγαίναμε ήθελε πάντα να με βοηθά ενώ εγώ δεν δεχόμουν. Αυτός επέμενε μέχρι που κάποτε δέχτηκα να γίνουμε φίλοι και βγαίναμε στο πάρκο παρέα και με πήρε στα μουσεία και πολλούς τόπους για να με κάνει να νιώσω χαρά γιατί ήμουν πάντα λυπημένη. Όταν μια μέρα μου είπε ότι είναι ερωτευμένος μαζί μου νόμισα ότι με κορόιδευε ή έπαιζε μαζί μου κάποιο άσχημο παιγνίδι. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι μπορούσε κάποιος να με αγαπήσει εμένα μια ανάπηρη χωρίς μέλλον γιατί έτσι με έκαναν όλοι να πιστέψω. Η επιμονή του μου άλλαξε κάπως τα μυαλά και δέχτηκα αλλά ένιωθα χαμένη δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, τι να κάνω, ντρεπόμουν για το σώμα μου, αυτός όμως έδειχνε πάντα κατανόηση λες και με διάβαζε από πριν και ήξερε πώς να αντιδράσει. Με πήρε μια φορά που είχαμε διακοπές Χριστουγέννων και γνώρισα τους δικούς του και δεν το πίστεψα όταν με δέχτηκαν τόσο άνετα και με αγκάλιασαν κι αυτοί σα να ήμουν κόρη τους. Αυτός ένιωθε να περηφανεύεται έτσι μου έδειχνε μπροστά στους γονείς του πως εγώ ήμουν κάποια σπουδαία αν ήταν Κυπραίοι γονείς θα νόμιζαν ότι ο γιός τους κάτι έπαθε το μυαλό του. Έκανε τόσα πολλά για μένα για να με κάνει ευτυχισμένη που δεν το πίστευα και δεν μπορώ να τα γράψω γιατί είναι πολλά και απίστευτα. Για έξι μήνες δεν δεχόμουν να κάνουμε έρωτα μόνο να με φιλήσει κι αυτός το δεχόταν και περίμενε με υπομονή μέχρι να μπορέσω να είμαι έτοιμη. Η υπομονή του ήταν μεγάλη. Με βοήθησε σιγά-σιγά να δεχτώ το σώμα μου και να κάνουμε έρωτα γιατί ντρεπόμουν για το σώμα μου. Μετά που ολοκληρώσαμε με βοήθησε να πιστέψω στον εαυτό μου και να αφήσω την ψυχή μου να τον αγαπήσει όσο πιο βαθειά μπορούσα γιατί ένιωθα δίπλα μου έναν άγγελο που τον έστειλε ο θεός για να αναστήσει τη νεκρή ψυχή μου. Μέσα στην αγκαλιά του ένιωθα όπως να ζούσα ένα όνειρο που δεν ήθελα ποτέ να τελειώσει γιατί με φόβιζε το τέλος των σπουδών μου ότι έπρεπε να επιστρέψω πίσω στη φυλακή μου με τους ανθρώπους γύρω μου να με βλέπουν περίεργα, με οίκτο και περιφρόνηση και τους γονείς μου να νιώθουν αυτό το ατέλειωτο μαράζι. Τελικά αυτό συνέβη κι εγώ ακόμα κλαίω χωρίς παρηγοριά για το χωρισμό αν και αυτός μου τηλεφωνεί και μου υπόσχεται πως όταν τελειώσει το διδακτορικό του και βρει δουλειά θα με πάρει να ζήσουμε μαζί. Ήρθε στην Κύπρο να γνωρίσει τους γονείς μου που κι αυτοί οι καημένοι τα έχουν χαμένα και δεν πιστεύουν πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που μπορούν να ΑΓΑΠΗΣΟΥΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ. Προς το παρόν όμως πρέπει να ζήσω σε μια κοινωνία που κανένας δεν με θέλει, όλοι με υποτιμούν και με αποφεύγουν. Αυτό το νιώθω στο χώρο εργασίας που τώρα βρήκα μια προσωρινή δουλειά. Όλοι με λυπούνται είμαι για τους συναδέλφους «η καημένη η κοπέλα».
Συγνώμη που έγραψα τόσα πολλά γιατί όταν ακούω αυτό το σύνθημα του Ραδιομαραθώνιου κάθε χρόνο για την αγάπη νιώθω αηδία για όλους όσους συμμετέχουν κι όσους εμπνεύστηκαν αυτή την κοροϊδία. Για ποια αγάπη μιλούν να μας εξηγήσουν. Που βρέθηκε η αγάπη προς εμάς που έχουμε πρόβλημα ή μήπως δεν ξέρουν τι είναι αγάπη. Ή μήπως νομίζουν πως όλοι μας είμαστε καθυστερημένοι. Αν οι ίδιοι ήξεραν τι είναι αγάπη ΠΟΤΕ δεν θα μιλούσαν για τέτοιου είδους αγάπη ότι δηλαδή εμείς το μόνο που χρειαζόμαστε είναι λεφτά, λεφτά, λεφτά, πολλά λεφτά κι ότι ο κόσμος είναι υπόχρεος να στερείται τα λεφτά του για μας τους άχρηστους και προβληματικούς. Γιατί κρύβουν τα λεφτά πίσω από την αγάπη και γιατί εκμεταλλεύονται την αγάπη για να πετύχουν τι;;;; Αγάπη ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ για μένα είναι αυτή που ένιωσα από τη φίλη μου την Μ. από τη Θεσσαλονίκη και το αγόρι μου και τους γονείς και τα αδέλφια του που με δέχτηκαν στο σπίτι τους χωρίς να με βλέπουν περίεργα σαν εξωγήινη ύπαρξη. Επίσης τους ξένους συμμαθητές μου στο πανεπιστήμιο που καθόντουσαν δίπλα μου και μου μιλούσαν και κάναμε αστεία μαζί και ήταν πάντα πρόθυμοι να με βοηθήσουν. Συγνώμη που σας κούρασα αλλά θέλω τόσο πολύ να μάθουν όλοι ότι είμαστε τα θύματα της αγάπης και να σταματήσουν να μιλούν για αγάπη, ας βρουν κάποια άλλη λέξη για να στολίσουν το ραδιομαραθώνιό τους. Ας μη κρύβουν το στόχο τους πίσω από ιερές λέξεις.
Σας ευχαριστώ θερμά που με ακούσατε