Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Η κατάρρευση της αξιοκρατίας

Η πρόσφατη κατάρρευση της στέγης του Δημοτικού Θεάτρου Λευκωσίας [δες σχετικά εδώ] έχει δημιουργήσει ποικίλους προβληματισμούς ένας εκ των οποίων είναι και αυτός της αξιοκρατίας ως κοινωνική αξία. Η κατάρρευση βέβαια αυτή δεν είναι το μόνο δείγμα προβληματικής αξιοκρατίας στον τόπο μας. Μια σειρά από γεγονότα που κάθε χρόνο καθρεφτίζονται τουλάχιστο στην Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή και πολλά άλλα που έχουν ταυτιστεί με καθαρές προθέσεις διασπάθισης δημοσίου χρήματος, κακής διοίκησης, ανευθυνότητας και αυθαιρεσίας κοσμούν την μετα-aποικιακή περίοδο της Κυπριακής κοινωνίας. Κι όλα αυτά παρόλη την έντονη διακήρυξη της αξιοκρατίας από τους πάντες.
Όταν το 1958 ο Βρετανός κοινωνιολόγος Michael Young πρότεινε τον όρο αξιοκρατία (meritocracy) αυτός θεωρήθηκε προσβλητικός. Ο λόγος γιατί αμφισβητούσε το σύστημα διακυβέρνησης μιας ελίτ ανθρώπων που το μόνο προσόν που είχαν ήταν ότι ήταν παιδιά ή στενοί συγγενείς θεσμικών, πολιτικών και οικονομικών αξιωματούχων. Ο Young πρότεινε το βαθμό εξυπνάδας (IQ) για να μπορεί κάποιος να αναλάβει μια υπεύθυνη θέση ή θέση εξουσίας. Παρόλο ότι η πρόταση του Young θεωρήθηκε προσβλητική από το κατεστημένο, εντούτοις, λόγω του ότι ο κόσμος είχε αρχίσει να δυσανασχετεί με την αλαζονική συμπεριφορά της εξουσιαστικής ελίτ άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για αλλαγή. Σημαντική ώθηση έδωσε ο Thomas Jefferson όταν έγραφε τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ στην οποία χρησιμοποίησε έντονα το Πέμπτο Κεφάλαιο της Δεύτερης Κυβερνητικής Συνθήκης του John Lock στο οποίο στρεφόταν ενάντια στην κληρονομική εξουσία και υποστήριζε την αξία που κερδίζει κάποιος μέσα από την εργασία και τα προσόντα. Αποτέλεσμα η σημερινή προσοντοκρατία.

Η προσοντοκρατία ώθησε εκατομμύρια ανθρώπους στον αγώνα για απόκτηση προσόντων με την ελπίδα να αποκτήσουν σπουδαία, ακριβοπληρωμένη και εξουσιαστική θέση. Ακόμη και τα παιδιά των ελίτ (βασιλιάδων, προέδρων, αριστοκρατών, σείχηδων κ.ά.) νιώθουν την ανάγκη απόκτησης προσόντων για να δικαιολογήσουν τουλάχιστον στα μάτια του κόσμου την κληρονομική διαδοχή εξουσίας. Προσοντοκρατία όμως δε σημαίνει απαραίτητα και αξιοκρατία. Το προσόν για παράδειγμα της υπευθυνότητας, της εντιμότητας και της αξιοπρέπειας δεν προσφέρεται σε κανένα ακαδημαϊκό ίδρυμα.

Η προσοντοκρατία οδήγησε σε ένα διευρυμένο κοινωνικό ανταγωνισμό που εμφανίζεται πρώτα μέσα στα σχολεία. Τα παιδιά ωθούνται στη δια της βίας (υποχρεωτική) μάθηση για απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων προσόντων. Αυτό το φαινόμενο στον τόπο μας έχει φτάσει σε σημείο που να παρατηρείται παραβίαση φυσικών νόμων και ισορροπιών. Υπάρχει η τάση για παράδειγμα, να πιέζονται παιδιά με φτωχές νοητικές ικανότητες να αποφοιτήσουν πανεπιστήμια διεθνούς κύρους. Αυτή η τάση ξέφυγε από τις αριστοκρατικές ελίτ για να φτάσει μέχρι τον τελευταίο κοινωνικό πληβείο. Οι πάντες θεωρούν ότι το παιδί που προτιμά να γίνει τεχνίτης, γεωργός, κτηνοτρόφος κλπ είναι αποτυχημένο στη ζωή. Γι’ αυτό οφείλει από πολύ νωρίς να μπει στα ιδιαίτερα, να μάθει γλώσσες και να φοιτήσει σε πανεπιστήμια άσχετο αν οι νοητικές και ψυχολογικές του ικανότητες είναι μαλθακές.

Σε μια κοινωνική ομάδα είναι αδύνατο οι νοητικά προικισμένοι να αποτελούν την πλειονότητα. Εκατομμύρια IQ τεστ και άλλα παρόμοια τεστ βεβαιώνουν ότι οι νοητικά προικισμένοι σε όλες τις κοινωνίες αποτελούν μειονότητα. Στην Κύπρο οι νοητικά προικισμένοι αποτελούν πλειονότητα. Αυτό συνιστά σοβαρή παραβίαση νόμων της βιοψυχολογίας και γενετικής που οδηγεί σε μια κατάσταση όπου άνθρωποι με πενιχρή νοητική και ψυχολογική ικανότητα βρίσκονται σε θέσεις που δεν έπρεπε να ήταν. Τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουμε στο μέλλον από αυτή την κατάσταση είναι απρόβλεπτα όπως και η κατάρρευση όχι μόνο στεγών αλλά και θεσμών.Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι η κατάρρευση μιας στέγης δεν αφορά άμεσα τους μηχανικούς του έργου αλλά κυρίως τους διοικούντες και αυτούς που θεωρήσαμε «άξιους» να κυβερνούν. Δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη μια μικρή κατάρρευση στέγης γιατί σ’ αυτό τον τόπο δεν υπήρξε μεγάλο έργο που να μην υπέφερε από κάποιο είδος κατάρρευσης στη λειτουργία, οργάνωση, δομή, απόδοση. Ο λόγος πρόδηλος: γιατί σε αυτό τον τόπο όλοι παλεύουμε για μια σπουδαία θέση άσχετα αν αξίζουμε, αν μπορούμε, αν μας αρέσει, αν έχουμε ουσιώδη και όχι τυπικά προσόντα. Και το πιο σοβαρό ερώτημα: ποίος είναι τελικά ο άξιος που μπορεί να κρίνει ποίος είναι άξιος!